Άρθρο του βουλευτή Φραγκίσκου Παρασύρη για την ΕΕ και την Τουρκία
Με το τέλος της ισπανικής Προεδρίας, άνοιξε ένα νέο κεφάλαιο διαπραγματεύσεων της ΕΕ με την Τουρκία. Το θετικό μήνυμα εντούτοις που αποπέμφθηκε από την ΕΕ προς την Τουρκία δεν προκάλεσε καμία θύελλα ενθουσιασμού στην Άγκυρα.
Ο λόγος εναπόκειται σε ένα απλό στατιστικό στοιχείο. Από τα 31 κεφάλαια
των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Τουρκίας έχουν ανοίξει μόνο τα
έντεκα και μόνο ένα έχει ολοκληρωθεί, ενώ πολλά παραμένουν μπλοκαρισμένα
λόγω της Κύπρου. Φαίνεται συνεπώς ότι η τουρκική ηγεσία, έχει συνάγει
τα συμπεράσματα της από την συνεχόμενη καθυστέρηση της ενταξιακής
διαδικασίας, θέτοντας νέες προτεραιότητες στην εξωτερική της πολιτική
που την καθιστούν πλέον όλο πιο ανεξάρτητη από την ΕΕ.
Εάν η Τουρκία χρειαζόταν μια "προνομιακή εταιρική σχέση", όπως την προτείνει στην Τουρκία η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ ως εναλλακτική λύση στην πλήρη ένταξη, τότε η Τουρκία την διαθέτει ήδη.
Η Τουρκία υπέγραψε πρόσφατα μια συμφωνία με τη Ρωσία, βάση της οποίας η τελευταία θα κατασκευάσει και θα διαχειριστεί το πρώτο πυρηνικό εργοστάσιο στο τουρκικό έδαφος στο μεσογειακό Akkuyu.
Παράλληλα αίρεται το καθεστώς έκδοσης Βίζας μεταξύ των δύο χωρών για επισκέψεις μέχρι 30 ημερών πράγμα που ενθαρρύνει την προσέλευση ρωσικού τουρισμού προς την Τουρκία. Σημειωτέο ότι πέρυσι επισκέφτηκαν τουλάχιστον 2,6 εκατομμύρια Ρώσοι τουρίστες τη χώρα.
Βέβαια οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας έχουν καλυτερεύσει προ πολλού αφού μετά από αιώνες η Ρωσία φαίνεται να εγκατέλειψε τον στόχο κατάκτησης των θαλάσσιων στενών της Τουρκίας και να προσχώρησε στην γραμμή στενής συνεργασίας.
Συγκρούσεις συμφερόντων βέβαια εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ των δύο χωρών αλλά απλά παρακάμπτονται από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις.
Από την άλλη πλευρά βελτιώνονται συνεχώς οι διμερείς σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα από τότε που ανέλαβε τα ηνία της τελευταίας, ο Γιώργος Παπανδρεόυ o οποίος ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική της «ήπιας δύναμης» η οποία αποσκοπεί στην εξομάλυνση των εστιών σύγκρουσης στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.
Παρεμπιπτόντως, η ύφεση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτελεί ένα από τα ελάχιστα πεδία στα οποία η Ελλάδα δύναται προς στιγμήν να σκοράρει διεθνώς προωθώντας οικονομικές συνεργασίες, σχέσεις αφοπλισμού και πολιτισμικές συνεργασίες.
Επιπλέον οι σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης του Ερτογάν με το Ιράν και τη Συρία είναι εξαιρετικές, αν και κάπως αβέβαιες λόγω αντιρρήσεων της Ουάσιγκτον. Εάν εξαιρέσουμε το Ισραήλ, την Αρμενία και την Κύπρο, η Τουρκία διαθέτει με όλες τις χώρες της ευρύτερης περιοχής εξαιρετικές πολιτικές και συχνά οικονομικές σχέσεις. Ως εκ τούτου αναδύεται όλο και εντονότερα το ερώτημα εάν η Τουρκία χρειάζεται ακόμη την ΕΕ.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι , ο Τούρκος Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιούλ πρόσφατα εξέφρασε μεγαλόφωνα τη σκέψη για μια Τουρκία χωρίς την Ευρώπη. Και ενώ τα λόγια του Γκιουλ απηχούσαν ακόμη τον διπλωματικό κώδικα, ένας από τους σημαντικότερους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, ο Σουάτ Κινικλιόγλου, υπήρξε πιο σαφής λέγοντας «Δεν έχουμε πλέον ανάγκη την ΕΕ». Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία προτίθεται να διακόψει τις διαπραγματευτικές γραμμές με την ΕΕ. Εξάλλου παραμένει αρκετά ελκυστικό για την Άγκυρα το ενδεχόμενο να έχει λόγο στις Βρυξέλλες, και μην ξεχνάμε ότι πάνω από το ήμισυ των εξαγωγών της Τουρκίας πάνε στη ζώνη του ευρώ.
Όμως, η ένταξη στην ΕΕ γίνεται όλο και περισσότερο ζήτημα ελεύθερης επιλογής της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ το αγκυροβόλιο της Τουρκίας εγκαθιδρύεται όλο περισσότερο στην εγγύτερη περιοχή της όπου διατείνεται να διαδραματίσει ρόλο ισχυρής περιφερειακής υπερδύναμης.
Με απίθανη αυτοπεποίθηση οι Τούρκοι αξιωματούχοι τονίζουν ότι το πνεύμα της Ευρώπης κινείται, προς την κατεύθυνση της Τουρκίας. Η Τουρκία μετά την ένταξη της στην ΕΕ δεν θα αποδειχθεί «χωνευτικό πρόβλημα για την κοινότητα», αλλά, αντιθέτως, θα ενισχύσει το «πεπτικό σύστημα» της Ένωσης. Με αυτά τα λόγια ο διαπραγματευτής της Τουρκίας Εγκεμεν Μπαξίς διαχειρίζεται την ΕΕ παραπέμποντας στην ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της χώρας του. Η τουρκική οικονομία παρουσίασε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010 μια ανάπτυξη της τάξεως του 11,7 % .
Αυτή είναι η δεύτερη υψηλότερη τιμή, που έχει επιτευχτεί ποτέ στην Τουρκία. Μεταξύ των είκοσι μεγαλύτερων βιομηχανικών χωρών, μόνο η Κίνα παρουσιάζει ταχύτερη ανάπτυξη.
Σύμφωνα με διεθνώς καταξιωμένους οργανισμούς , όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και την Goldmann Sachs η οικονομία της Τουρκίας προδιαγράφει τόσο ταχύρρυθμη τροχιά ανάπτυξης, κυρίως στον βιομηχανικό τομέα ώστε έως το 2050 θα συγκαταλέγεται στις ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου.
Εκτιμάται δε ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της χώρας, θα υπερβούν μόνιμα τους ρυθμούς ανάπτυξης των Η.Π.Α. και της ΕΈ.
Κλάδοι αιχμής της τουρκικής οικονομίας είναι η βαριά βιομηχανία ( αυτοκινητοβιομηχανία, αμυντική βιομηχανία) , οι κατασκευές, ο τουρισμός, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι τράπεζες, ο κλάδος των τροφίμων και της ένδυσης.
Η Τουρκία προέβη τα τελευταία χρόνια σε μια σειρά δομικών μεταρρυθμίσεων, θέσπισε μια ιδιαίτερα ελκυστική νομοθεσία για τις άμεσες ξένες επενδύσεις , διαμόρφωσε ένα πεδίο υψηλού επιπέδου υποδομών, και συνέπραξε σε μέτρα τα οποία της εξασφαλίζουν σταδιακή ανάπτυξη.
Η γειτονική χώρα διεκδικεί με ισχυρούς στόχους και δυναμική στρατηγική μια θέση στη διεθνή οικονομική πολιτική. Εξ ου ο διάσημος οικονομολόγος και αναλυτής Thomas Friedman διαπιστώνει: « Η Ευρώπη έκλεισε την πόρτα της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ αλλά.. οι Τούρκοι επιχειρηματίες ίσως να μη νοιάζονται καν. Η ΕΕ μοιάζει νεκρή σε σύγκριση με την Τουρκία, η οποία πέρυσι βρισκόταν ακριβώς πίσω από την Ινδία και την Κίνα στον κατάλογο των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών στον κόσμο ….και ήταν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στην Ευρώπη…. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης η Τουρκία έγινε το κέντρο του δικού της οικονομικού χώρου που εκτείνεται από τη Νότια Ρωσία ως τα Βαλκάνια, τον Καύκασο και από την άλλη πλευρά ως το Ιράκ, τη Συρία, το Ιράν και τη Μέση Ανατολή…. Το 1980 οι συνολικές εξαγωγές της Τουρκίας ανέρχονταν σε 3 δισ. δολάρια. Το 2008 ήταν 132 δισ. δολάρια. Στις ημέρες μας υπάρχουν 250 βιομηχανικές ζώνες στην Ανατολία» ( Το Βήμα : 22-07-2010).
Καθίσταται σαφές, ότι παρά τις έντονες εσωτερικές πολιτικοκοινωνικές αντιθέσεις, η διεθνή βαρύτητα της Τουρκίας αναβαθμίστηκε ραγδαία.
Όλη αυτή η πορεία επιτυχίας έχει όμως και τα μελανά της σημεία. Σχεδόν 13 εκατομμύρια Τούρκοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας, ενώ 539.000 εξ αυτών αντιμετωπίζουν άμεσα το φάσμα της πείνας. Η ραγδαία ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας και η μείωση του θηριώδους πληθωρισμού της χώρας, κάθε άλλο παρά βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των 71 εκατομμυρίων. Οι φτωχοί απαρτίζουν σήμερα το 17% του πληθυσμού. Το όριο κάτω από το οποίο μια τετραμελής οικογένεια αντιμετωπίζει πρόβλημα σίτισης μειώθηκε από 323 ευρώ μηνιαίως το 2006, σε 120 ευρώ το 2007. Τα εισοδήματα αυτά έχουν αυξηθεί ελάχιστα έως το 2010.
Είναι προφανές τελικά ότι η Τουρκία αποτελεί για μας μόνο εν μέρει παράδειγμα προς μίμηση σε αντίθεση με την άποψη του διάσημου οικονομολόγου Νουριέλ Ρουμπίνι ο οποίος προτείνει στην Ελλάδα να παραδειγματιστεί εξ ολοκλήρου από την γείτονα χώρα.
Εάν η Τουρκία χρειαζόταν μια "προνομιακή εταιρική σχέση", όπως την προτείνει στην Τουρκία η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ ως εναλλακτική λύση στην πλήρη ένταξη, τότε η Τουρκία την διαθέτει ήδη.
Η Τουρκία υπέγραψε πρόσφατα μια συμφωνία με τη Ρωσία, βάση της οποίας η τελευταία θα κατασκευάσει και θα διαχειριστεί το πρώτο πυρηνικό εργοστάσιο στο τουρκικό έδαφος στο μεσογειακό Akkuyu.
Παράλληλα αίρεται το καθεστώς έκδοσης Βίζας μεταξύ των δύο χωρών για επισκέψεις μέχρι 30 ημερών πράγμα που ενθαρρύνει την προσέλευση ρωσικού τουρισμού προς την Τουρκία. Σημειωτέο ότι πέρυσι επισκέφτηκαν τουλάχιστον 2,6 εκατομμύρια Ρώσοι τουρίστες τη χώρα.
Βέβαια οι σχέσεις μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας έχουν καλυτερεύσει προ πολλού αφού μετά από αιώνες η Ρωσία φαίνεται να εγκατέλειψε τον στόχο κατάκτησης των θαλάσσιων στενών της Τουρκίας και να προσχώρησε στην γραμμή στενής συνεργασίας.
Συγκρούσεις συμφερόντων βέβαια εξακολουθούν να υφίστανται μεταξύ των δύο χωρών αλλά απλά παρακάμπτονται από τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις.
Από την άλλη πλευρά βελτιώνονται συνεχώς οι διμερείς σχέσεις της Τουρκίας με την Ελλάδα από τότε που ανέλαβε τα ηνία της τελευταίας, ο Γιώργος Παπανδρεόυ o οποίος ακολουθεί μια εξωτερική πολιτική της «ήπιας δύναμης» η οποία αποσκοπεί στην εξομάλυνση των εστιών σύγκρουσης στην ευρύτερη περιοχή της Μεσογείου.
Παρεμπιπτόντως, η ύφεση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων αποτελεί ένα από τα ελάχιστα πεδία στα οποία η Ελλάδα δύναται προς στιγμήν να σκοράρει διεθνώς προωθώντας οικονομικές συνεργασίες, σχέσεις αφοπλισμού και πολιτισμικές συνεργασίες.
Επιπλέον οι σχέσεις μεταξύ της κυβέρνησης του Ερτογάν με το Ιράν και τη Συρία είναι εξαιρετικές, αν και κάπως αβέβαιες λόγω αντιρρήσεων της Ουάσιγκτον. Εάν εξαιρέσουμε το Ισραήλ, την Αρμενία και την Κύπρο, η Τουρκία διαθέτει με όλες τις χώρες της ευρύτερης περιοχής εξαιρετικές πολιτικές και συχνά οικονομικές σχέσεις. Ως εκ τούτου αναδύεται όλο και εντονότερα το ερώτημα εάν η Τουρκία χρειάζεται ακόμη την ΕΕ.
Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι , ο Τούρκος Πρόεδρος Αμπντουλάχ Γκιούλ πρόσφατα εξέφρασε μεγαλόφωνα τη σκέψη για μια Τουρκία χωρίς την Ευρώπη. Και ενώ τα λόγια του Γκιουλ απηχούσαν ακόμη τον διπλωματικό κώδικα, ένας από τους σημαντικότερους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, ο Σουάτ Κινικλιόγλου, υπήρξε πιο σαφής λέγοντας «Δεν έχουμε πλέον ανάγκη την ΕΕ». Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι η Τουρκία προτίθεται να διακόψει τις διαπραγματευτικές γραμμές με την ΕΕ. Εξάλλου παραμένει αρκετά ελκυστικό για την Άγκυρα το ενδεχόμενο να έχει λόγο στις Βρυξέλλες, και μην ξεχνάμε ότι πάνω από το ήμισυ των εξαγωγών της Τουρκίας πάνε στη ζώνη του ευρώ.
Όμως, η ένταξη στην ΕΕ γίνεται όλο και περισσότερο ζήτημα ελεύθερης επιλογής της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, ενώ το αγκυροβόλιο της Τουρκίας εγκαθιδρύεται όλο περισσότερο στην εγγύτερη περιοχή της όπου διατείνεται να διαδραματίσει ρόλο ισχυρής περιφερειακής υπερδύναμης.
Με απίθανη αυτοπεποίθηση οι Τούρκοι αξιωματούχοι τονίζουν ότι το πνεύμα της Ευρώπης κινείται, προς την κατεύθυνση της Τουρκίας. Η Τουρκία μετά την ένταξη της στην ΕΕ δεν θα αποδειχθεί «χωνευτικό πρόβλημα για την κοινότητα», αλλά, αντιθέτως, θα ενισχύσει το «πεπτικό σύστημα» της Ένωσης. Με αυτά τα λόγια ο διαπραγματευτής της Τουρκίας Εγκεμεν Μπαξίς διαχειρίζεται την ΕΕ παραπέμποντας στην ραγδαία οικονομική ανάπτυξη της χώρας του. Η τουρκική οικονομία παρουσίασε κατά το πρώτο τρίμηνο του 2010 μια ανάπτυξη της τάξεως του 11,7 % .
Αυτή είναι η δεύτερη υψηλότερη τιμή, που έχει επιτευχτεί ποτέ στην Τουρκία. Μεταξύ των είκοσι μεγαλύτερων βιομηχανικών χωρών, μόνο η Κίνα παρουσιάζει ταχύτερη ανάπτυξη.
Σύμφωνα με διεθνώς καταξιωμένους οργανισμούς , όπως η Παγκόσμια Τράπεζα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, και την Goldmann Sachs η οικονομία της Τουρκίας προδιαγράφει τόσο ταχύρρυθμη τροχιά ανάπτυξης, κυρίως στον βιομηχανικό τομέα ώστε έως το 2050 θα συγκαταλέγεται στις ισχυρότερες οικονομίες του κόσμου.
Εκτιμάται δε ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης της χώρας, θα υπερβούν μόνιμα τους ρυθμούς ανάπτυξης των Η.Π.Α. και της ΕΈ.
Κλάδοι αιχμής της τουρκικής οικονομίας είναι η βαριά βιομηχανία ( αυτοκινητοβιομηχανία, αμυντική βιομηχανία) , οι κατασκευές, ο τουρισμός, οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, οι τράπεζες, ο κλάδος των τροφίμων και της ένδυσης.
Η Τουρκία προέβη τα τελευταία χρόνια σε μια σειρά δομικών μεταρρυθμίσεων, θέσπισε μια ιδιαίτερα ελκυστική νομοθεσία για τις άμεσες ξένες επενδύσεις , διαμόρφωσε ένα πεδίο υψηλού επιπέδου υποδομών, και συνέπραξε σε μέτρα τα οποία της εξασφαλίζουν σταδιακή ανάπτυξη.
Η γειτονική χώρα διεκδικεί με ισχυρούς στόχους και δυναμική στρατηγική μια θέση στη διεθνή οικονομική πολιτική. Εξ ου ο διάσημος οικονομολόγος και αναλυτής Thomas Friedman διαπιστώνει: « Η Ευρώπη έκλεισε την πόρτα της ένταξης της Τουρκίας στην ΕΕ αλλά.. οι Τούρκοι επιχειρηματίες ίσως να μη νοιάζονται καν. Η ΕΕ μοιάζει νεκρή σε σύγκριση με την Τουρκία, η οποία πέρυσι βρισκόταν ακριβώς πίσω από την Ινδία και την Κίνα στον κατάλογο των ταχύτερα αναπτυσσόμενων οικονομιών στον κόσμο ….και ήταν η ταχύτερα αναπτυσσόμενη οικονομία στην Ευρώπη…. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης η Τουρκία έγινε το κέντρο του δικού της οικονομικού χώρου που εκτείνεται από τη Νότια Ρωσία ως τα Βαλκάνια, τον Καύκασο και από την άλλη πλευρά ως το Ιράκ, τη Συρία, το Ιράν και τη Μέση Ανατολή…. Το 1980 οι συνολικές εξαγωγές της Τουρκίας ανέρχονταν σε 3 δισ. δολάρια. Το 2008 ήταν 132 δισ. δολάρια. Στις ημέρες μας υπάρχουν 250 βιομηχανικές ζώνες στην Ανατολία» ( Το Βήμα : 22-07-2010).
Καθίσταται σαφές, ότι παρά τις έντονες εσωτερικές πολιτικοκοινωνικές αντιθέσεις, η διεθνή βαρύτητα της Τουρκίας αναβαθμίστηκε ραγδαία.
Όλη αυτή η πορεία επιτυχίας έχει όμως και τα μελανά της σημεία. Σχεδόν 13 εκατομμύρια Τούρκοι ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας, ενώ 539.000 εξ αυτών αντιμετωπίζουν άμεσα το φάσμα της πείνας. Η ραγδαία ανάπτυξη της τουρκικής οικονομίας και η μείωση του θηριώδους πληθωρισμού της χώρας, κάθε άλλο παρά βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού των 71 εκατομμυρίων. Οι φτωχοί απαρτίζουν σήμερα το 17% του πληθυσμού. Το όριο κάτω από το οποίο μια τετραμελής οικογένεια αντιμετωπίζει πρόβλημα σίτισης μειώθηκε από 323 ευρώ μηνιαίως το 2006, σε 120 ευρώ το 2007. Τα εισοδήματα αυτά έχουν αυξηθεί ελάχιστα έως το 2010.
Είναι προφανές τελικά ότι η Τουρκία αποτελεί για μας μόνο εν μέρει παράδειγμα προς μίμηση σε αντίθεση με την άποψη του διάσημου οικονομολόγου Νουριέλ Ρουμπίνι ο οποίος προτείνει στην Ελλάδα να παραδειγματιστεί εξ ολοκλήρου από την γείτονα χώρα.
Μείνε ενημερωμένος
Εβδομαδιαία ενημέρωση για εκδηλώσεις, νέα και πολιτιστικά δρώμενα της Κρήτης.
