Παρασύρης: Δημοσιονομικός εκτροχιασμός και η τρομοκρατία των ελλειμμάτων
Πρόσφατα, η νέα βρετανική κυβέρνηση Κάμερον ανακοίνωσε ένα εκτεταμένο πρόγραμμα λιτότητας για τη μείωση του δημόσιου χρέους το οποίο υπολογίζεται στο ένα τρισεκατομμύριο δολάρια. Το πακέτο αυτό εναρμονίζεται στην γενικότερη λογική του ΔΝΤ και προσιδιάζει στην λογική των τραπεζών για την μείωση της ποσότητας χρήματος που θα κυκλοφορά στην αγορά.
Τι συνέβη όμως και η ψύχραιμη Βρετανία στα δημοσιονομικά θέματα εντάσσεται εθελοντικά στην λογική που επιζητά το ΔΝΤ;
Η πολιτική Μπράουν αποσκοπούσε στη διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της ροής πιστώσεων στην αγορά και την υποστήριξη των ιδιαίτερα ευάλωτων κλάδων. Με την (μερική) κρατικοποίηση των δύο μεγάλων τραπεζών της χώρας, με την συνεχή διοχέτευση χρήματος στην αγορά με διάφορα πακέτα τόνωσης και με την σημαντική υποχώρηση της στερλίνας στις αρχές 2010 καθώς και με την μείωση των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, οι βρεττανοί σοσιαλδημοκράτες επιχείρησαν να αντιδράσουν στην κρίση.
Οι παρεμβάσεις αυτές όμως δημιούργησαν ένα τεράστιο έλλειμμα στα κρατικά ταμεία φέρνοντας τη χώρα από πλευράς ύψους κρατικών ελλειμμάτων σε αντίστοιχη θέση της Ελλάδας σε βαθμό μάλιστα που διακινδυνεύεται η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας.
Τώρα η Μ. Βρετανία βρίσκεται σε σοβαρή κρίση, με μια τρύπα στον προϋπολογισμό της κατά πολύ μεγαλύτερη από το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας. Το πρόβλημα έγινε τόσο ανησυχητικό, που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προειδοποίησε το Λονδίνο ότι πρέπει να λάβει μέτρα νοικοκυρέματος ενώ έγκριτοι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι Βρεττανοί θα πρέπει να κάνουν θυσίες με περικοπές πιο δραστικές κι από εκείνες της πρώην πρωθυπουργού, Μάργκαρετ Θάτσερ, διότι εκείνη εισήγαγε μεν μέτρα λιτότητας αλλά οι κρατικές δαπάνες συνέχισαν να αυξάνονται διαχρονικά.
Το εγχείρημα μείωσης του χρέους θα μειώσει και τα διαθέσιμα χρήματα για τους μισθούς και για την αγορά αγαθών. Κατά συνέπεια αναμένεται να επιταχύνει την οικονομική ύφεση κάτι άλλωστε που δεν παύουν να επισημαίνουν τα συνδικάτα και οι «εργατικοί» υπογραμμίζοντας ότι αν επιβληθούν τώρα σκληρά μέτρα λιτότητας θα αντιστραφεί η εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη και θα ενταθεί η ανεργία. Περισσότερες από 100.000 θέσεις εργασίας στις τοπικές κυβερνήσεις βρίσκονται σε έντονο κίνδυνο, σύμφωνα με τον Τόνι Τράβερς του London School of Economics.
Θα υπάρξουν επίσης μαζικές περικοπές στα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων και ειδικά στην κατασκευή κατοικιών για χαμηλά εισοδήματα και τις μεταφορές. Τα πανεπιστήμια έχουν ήδη χάσει σχεδόν 1 δις λίρες από τη χρηματοδότησή τους ενώ προβλέπεται ότι ο προϋπολογισμός της άμυνας ενδεχομένως να συρρικνωθεί κατά περίπου 15% ως το 2015.
Ένας βασικό λόγος για την ανακοπή της αναπτυξιακής δυναμικής της βρετανικής Οικονομίας, είναι το γεγονός ότι η κρίση εντοπίζεται κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος στη Βρετανία είναι αναλογικά πολύ μεγαλύτερος και εξωστρεφής από ό,τι σε άλλες χώρες.
Συνεπεία της κρίσης ο χρηματοπιστωτικός τομέας επιδιώκει συνειδητά πλέον την συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος για να αυξήσει την ζήτηση για τα δικά του προϊόντα.
Για να ευδοκιμεί η οικονομική δραστηριότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα στερούνται οι κυβερνήσεις από την δυνατότητα να αντλούν δικά τους χρήματα, είτε μέσω της εκτύπωσης νέου χρήματος, είτε μέσω δανεισμού από κρατικές τράπεζες. Έπεται ότι στις περισσότερες χώρες, τουλάχιστον το 95 % της προσφοράς χρήματος αντλείται με τη μορφή δανείων από τις διεθνής κεφαλαιαγορές.
Ενώ στις αρχές του 20ου Αιώνα εκδίδονταν περίπου το 30 % του βρετανικού νομίσματος από την κυβέρνηση, σήμερα εκδίδεται μόνο 3%. Στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση εκδίδει πλέον μόνο κέρματα. Τα δολάρια σε χαρτονομίσματα (Federal Reserve Notes) κυκλοφορούνται από την Federal Reserve - μια ιδιωτική κοινοπραξία τραπεζών.
Οι τράπεζες δανείζουν τα κεφάλαια, όχι όμως τους τόκους που ανακύπτουν για την εξόφληση των δανείων τους. Επειδή όμως οι τράπεζες αποτελούν ουσιαστικά την μόνη πηγή φρέσκου χρήματος για την οικονομία, τα επιτόκια μπορούν να αποπληρωθούν μόνο μέσω της άντλησης νέων δανείων.
Για τις τράπεζες αυτή η διαδικασία είναι ιδιαίτερα επικερδής και επειδή διαθέτουν τον έλεγχο των χρημάτων δεν δυσκολεύοται να πουλήσουν δημόσια τα σχέδια δημοσιονομικής περιστολής και να λανσάρουν επιχειρήματα υπέρ δραστικών μέτρων λιτότητας.
Το φαινόμενο αυτό αποκαλείται από τους διεθνής αναλυτές ως "δημοσιονομική τρομοκρατία".
Ο μονοδιάστατος ρόλος των κυβερνήσεων με βάση την φιλοσοφία αυτή είναι πλέον να διαφυλάξει την αξία των επενδύσεων των πιστωτών της.
Η νέα βρετανική κυβέρνηση εντάχτηκε πλήρως σε αυτήν την λογική και ακολουθεί το ίδιο είδος δραστικών μέτρων , τα οποία το ΔΝΤ, επέβαλε πρόσφατα σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Λετονία, η Ισλανδία, η Ουγγαρία, η Ιρλανδία ή η Ελλάδα.
Οι χώρες όμως αυτές, λύγισαν μόνο κάτω από την πίεση των πιστωτών τους. Η Αγγλία εντούτοις έθεσε εθελοντικά σε κίνηση τον προκρούστη υιοθετώντας το επιχείρημα ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να μειωθεί για να μείνει ασφαλής η αγορά για τα δικά της κρατικά ομόλογα.
Η Ελλάδα πχ οδηγήθηκε διαχρονικά σε μια παγίδα του χρέους που τελικά την υποχρέωσε να προσφύγει στην ευρωπαϊκή βοήθεια και καλώς έπραξε. Η Βρετανία όμως δεν είναι μέλος της ΟΝΕ. Η Χώρα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά εξακολουθεί να έχει το δικό της εθνικό νόμισμα, το οποίο μπορεί θέσει σε κυκλοφορία η να το δανειστεί από την κεντρική της τράπεζα κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης.
Το κράτος είναι ιδιοκτήτης της Τράπεζας της Αγγλίας, πράγμα που σημαίνει πρακτικά ότι τα δάνεια είναι απαλλαγμένα από τόκους.
Οι «δημοσιονομικοί τρομοκράτες» ωστόσο, απορρίπτουν αυτή την λύση αυστηρά, δήθεν από φόβο του υπερπληθωρισμού προκρίνοντας δραστικές περικοπές δαπανών για να μειωθούν τα δημόσια ελλείμματα. Αυτό ωστόσο που σκοπίμως παρακάμπτεται από τον εν λόγω συλλογισμό είναι ότι η πιθανότητα ενός υπερπληθωρισμού είναι σπανίζουσα και ότι παρά τις ισχυρές προσπάθειες που έγιναν σε όλο τον κόσμο να ανοίξει ο δρόμος της ανάπτυξης μέσα από δέσμες μέτρων ανάκαμψης η προσπάθειες να παραχθεί ακόμη και ένας ήπιος πληθωρισμός, ήταν μάταιες διότι η παγκόσμια κυκλοφορία χρήματος συρρικνώνεται με ανησυχητικό ρυθμό.
Ενδεικτικά η προσφορά χρήματος στις ΗΠΑ οπισθοδρόμησε σε μια έκταση όπως στη δεκαετία του 1930, παρά τα προγράμματα ανάκαμψης του Ομπάμα, μειούμενη από 14,2 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε τρεις μήνες μέχρι τον Απρίλιο του 2010 σε 13,9 δισ. δολάρια, που αντιπροσωπεύει ένα ετήσιο ποσοστό μείωσης του 9,6 %. Ο λόγος είναι ότι οι τράπεζες αυξάνουν τα αποθεματικά τους, τον δείκτη των ιδίων κεφαλαίων τους και μειώνουν τα επισφαλή στοιχεία του ενεργητικού τους.
Το ερώτημα ωστόσο που ανακύπτει επί της όλης προβληματικής είναι που θα εύρισκε η Ελλάδα χρήματα εάν δεν προσέφευγε στον μηχανισμό στήριξης; Ποια άλλη επιλογή είχε η χώρα από την στιγμή που ακόμα και κραταιές οικονομίες όπως η Αγγλία ακολουθούν εθελοντικά ανάλογες πολιτικές για να διασώσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα; Εάν δούμε τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα καταλαβαίνουμε τι εννοεί ο πρωθυπουργός όταν τονίζει ότι «αναγκαζόμαστε να ακολουθήσουμε πολιτικές που δεν ανήκουν στο ιδεολογικό οίστρο μας».
Η πολιτική Μπράουν αποσκοπούσε στη διάσωση των τραπεζικών ιδρυμάτων, την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και της ροής πιστώσεων στην αγορά και την υποστήριξη των ιδιαίτερα ευάλωτων κλάδων. Με την (μερική) κρατικοποίηση των δύο μεγάλων τραπεζών της χώρας, με την συνεχή διοχέτευση χρήματος στην αγορά με διάφορα πακέτα τόνωσης και με την σημαντική υποχώρηση της στερλίνας στις αρχές 2010 καθώς και με την μείωση των επιτοκίων της κεντρικής τράπεζας σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, οι βρεττανοί σοσιαλδημοκράτες επιχείρησαν να αντιδράσουν στην κρίση.
Οι παρεμβάσεις αυτές όμως δημιούργησαν ένα τεράστιο έλλειμμα στα κρατικά ταμεία φέρνοντας τη χώρα από πλευράς ύψους κρατικών ελλειμμάτων σε αντίστοιχη θέση της Ελλάδας σε βαθμό μάλιστα που διακινδυνεύεται η πιστοληπτική ικανότητα της χώρας.
Τώρα η Μ. Βρετανία βρίσκεται σε σοβαρή κρίση, με μια τρύπα στον προϋπολογισμό της κατά πολύ μεγαλύτερη από το δημοσιονομικό έλλειμμα της Ελλάδας. Το πρόβλημα έγινε τόσο ανησυχητικό, που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προειδοποίησε το Λονδίνο ότι πρέπει να λάβει μέτρα νοικοκυρέματος ενώ έγκριτοι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι Βρεττανοί θα πρέπει να κάνουν θυσίες με περικοπές πιο δραστικές κι από εκείνες της πρώην πρωθυπουργού, Μάργκαρετ Θάτσερ, διότι εκείνη εισήγαγε μεν μέτρα λιτότητας αλλά οι κρατικές δαπάνες συνέχισαν να αυξάνονται διαχρονικά.
Το εγχείρημα μείωσης του χρέους θα μειώσει και τα διαθέσιμα χρήματα για τους μισθούς και για την αγορά αγαθών. Κατά συνέπεια αναμένεται να επιταχύνει την οικονομική ύφεση κάτι άλλωστε που δεν παύουν να επισημαίνουν τα συνδικάτα και οι «εργατικοί» υπογραμμίζοντας ότι αν επιβληθούν τώρα σκληρά μέτρα λιτότητας θα αντιστραφεί η εύθραυστη οικονομική ανάκαμψη και θα ενταθεί η ανεργία. Περισσότερες από 100.000 θέσεις εργασίας στις τοπικές κυβερνήσεις βρίσκονται σε έντονο κίνδυνο, σύμφωνα με τον Τόνι Τράβερς του London School of Economics.
Θα υπάρξουν επίσης μαζικές περικοπές στα προγράμματα δημόσιων επενδύσεων και ειδικά στην κατασκευή κατοικιών για χαμηλά εισοδήματα και τις μεταφορές. Τα πανεπιστήμια έχουν ήδη χάσει σχεδόν 1 δις λίρες από τη χρηματοδότησή τους ενώ προβλέπεται ότι ο προϋπολογισμός της άμυνας ενδεχομένως να συρρικνωθεί κατά περίπου 15% ως το 2015.
Ένας βασικό λόγος για την ανακοπή της αναπτυξιακής δυναμικής της βρετανικής Οικονομίας, είναι το γεγονός ότι η κρίση εντοπίζεται κυρίως στον χρηματοπιστωτικό τομέα, ο οποίος στη Βρετανία είναι αναλογικά πολύ μεγαλύτερος και εξωστρεφής από ό,τι σε άλλες χώρες.
Συνεπεία της κρίσης ο χρηματοπιστωτικός τομέας επιδιώκει συνειδητά πλέον την συρρίκνωση της προσφοράς χρήματος για να αυξήσει την ζήτηση για τα δικά του προϊόντα.
Για να ευδοκιμεί η οικονομική δραστηριότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα στερούνται οι κυβερνήσεις από την δυνατότητα να αντλούν δικά τους χρήματα, είτε μέσω της εκτύπωσης νέου χρήματος, είτε μέσω δανεισμού από κρατικές τράπεζες. Έπεται ότι στις περισσότερες χώρες, τουλάχιστον το 95 % της προσφοράς χρήματος αντλείται με τη μορφή δανείων από τις διεθνής κεφαλαιαγορές.
Ενώ στις αρχές του 20ου Αιώνα εκδίδονταν περίπου το 30 % του βρετανικού νομίσματος από την κυβέρνηση, σήμερα εκδίδεται μόνο 3%. Στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση εκδίδει πλέον μόνο κέρματα. Τα δολάρια σε χαρτονομίσματα (Federal Reserve Notes) κυκλοφορούνται από την Federal Reserve - μια ιδιωτική κοινοπραξία τραπεζών.
Οι τράπεζες δανείζουν τα κεφάλαια, όχι όμως τους τόκους που ανακύπτουν για την εξόφληση των δανείων τους. Επειδή όμως οι τράπεζες αποτελούν ουσιαστικά την μόνη πηγή φρέσκου χρήματος για την οικονομία, τα επιτόκια μπορούν να αποπληρωθούν μόνο μέσω της άντλησης νέων δανείων.
Για τις τράπεζες αυτή η διαδικασία είναι ιδιαίτερα επικερδής και επειδή διαθέτουν τον έλεγχο των χρημάτων δεν δυσκολεύοται να πουλήσουν δημόσια τα σχέδια δημοσιονομικής περιστολής και να λανσάρουν επιχειρήματα υπέρ δραστικών μέτρων λιτότητας.
Το φαινόμενο αυτό αποκαλείται από τους διεθνής αναλυτές ως "δημοσιονομική τρομοκρατία".
Ο μονοδιάστατος ρόλος των κυβερνήσεων με βάση την φιλοσοφία αυτή είναι πλέον να διαφυλάξει την αξία των επενδύσεων των πιστωτών της.
Η νέα βρετανική κυβέρνηση εντάχτηκε πλήρως σε αυτήν την λογική και ακολουθεί το ίδιο είδος δραστικών μέτρων , τα οποία το ΔΝΤ, επέβαλε πρόσφατα σε ευρωπαϊκές χώρες όπως η Λετονία, η Ισλανδία, η Ουγγαρία, η Ιρλανδία ή η Ελλάδα.
Οι χώρες όμως αυτές, λύγισαν μόνο κάτω από την πίεση των πιστωτών τους. Η Αγγλία εντούτοις έθεσε εθελοντικά σε κίνηση τον προκρούστη υιοθετώντας το επιχείρημα ότι το δημόσιο χρέος πρέπει να μειωθεί για να μείνει ασφαλής η αγορά για τα δικά της κρατικά ομόλογα.
Η Ελλάδα πχ οδηγήθηκε διαχρονικά σε μια παγίδα του χρέους που τελικά την υποχρέωσε να προσφύγει στην ευρωπαϊκή βοήθεια και καλώς έπραξε. Η Βρετανία όμως δεν είναι μέλος της ΟΝΕ. Η Χώρα ανήκει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά εξακολουθεί να έχει το δικό της εθνικό νόμισμα, το οποίο μπορεί θέσει σε κυκλοφορία η να το δανειστεί από την κεντρική της τράπεζα κατά την απόλυτη διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης.
Το κράτος είναι ιδιοκτήτης της Τράπεζας της Αγγλίας, πράγμα που σημαίνει πρακτικά ότι τα δάνεια είναι απαλλαγμένα από τόκους.
Οι «δημοσιονομικοί τρομοκράτες» ωστόσο, απορρίπτουν αυτή την λύση αυστηρά, δήθεν από φόβο του υπερπληθωρισμού προκρίνοντας δραστικές περικοπές δαπανών για να μειωθούν τα δημόσια ελλείμματα. Αυτό ωστόσο που σκοπίμως παρακάμπτεται από τον εν λόγω συλλογισμό είναι ότι η πιθανότητα ενός υπερπληθωρισμού είναι σπανίζουσα και ότι παρά τις ισχυρές προσπάθειες που έγιναν σε όλο τον κόσμο να ανοίξει ο δρόμος της ανάπτυξης μέσα από δέσμες μέτρων ανάκαμψης η προσπάθειες να παραχθεί ακόμη και ένας ήπιος πληθωρισμός, ήταν μάταιες διότι η παγκόσμια κυκλοφορία χρήματος συρρικνώνεται με ανησυχητικό ρυθμό.
Ενδεικτικά η προσφορά χρήματος στις ΗΠΑ οπισθοδρόμησε σε μια έκταση όπως στη δεκαετία του 1930, παρά τα προγράμματα ανάκαμψης του Ομπάμα, μειούμενη από 14,2 τρισεκατομμύρια δολάρια μέσα σε τρεις μήνες μέχρι τον Απρίλιο του 2010 σε 13,9 δισ. δολάρια, που αντιπροσωπεύει ένα ετήσιο ποσοστό μείωσης του 9,6 %. Ο λόγος είναι ότι οι τράπεζες αυξάνουν τα αποθεματικά τους, τον δείκτη των ιδίων κεφαλαίων τους και μειώνουν τα επισφαλή στοιχεία του ενεργητικού τους.
Το ερώτημα ωστόσο που ανακύπτει επί της όλης προβληματικής είναι που θα εύρισκε η Ελλάδα χρήματα εάν δεν προσέφευγε στον μηχανισμό στήριξης; Ποια άλλη επιλογή είχε η χώρα από την στιγμή που ακόμα και κραταιές οικονομίες όπως η Αγγλία ακολουθούν εθελοντικά ανάλογες πολιτικές για να διασώσουν την πιστοληπτική τους ικανότητα; Εάν δούμε τα πράγματα υπό αυτό το πρίσμα καταλαβαίνουμε τι εννοεί ο πρωθυπουργός όταν τονίζει ότι «αναγκαζόμαστε να ακολουθήσουμε πολιτικές που δεν ανήκουν στο ιδεολογικό οίστρο μας».
Μείνε ενημερωμένος
Εβδομαδιαία ενημέρωση για εκδηλώσεις, νέα και πολιτιστικά δρώμενα της Κρήτης.
