Όταν σκέφτεστε να αναβαθμίσετε τη θέρμανσή σας, το δίλημμα ανάμεσα σε λέβητες και αντλίες θερμότητας μοιάζει απλό, μέχρι να το εντάξετε στην καθημερινότητά σας. Δεν διαλέγετε μόνο μια συσκευή, αλλά έναν ρυθμό ζωής, από το πόσο γρήγορα ανεβαίνει η θερμοκρασία το πρωί, μέχρι το πόσο σταθερά διατηρείται το βράδυ, και το πώς θα διαμορφωθεί ο λογαριασμός μετά από δύο, τρεις, πέντε χειμώνες.
Ξεκινήστε από το σπίτι σας, όχι από το φυλλάδιο. Αν έχετε καλή μόνωση,
κουφώματα που περιορίζουν τις απώλειες και μια εγκατάσταση που μπορεί να
λειτουργήσει άνετα με χαμηλότερες θερμοκρασίες νερού, τότε η αντλία θερμότητας
έχει περισσότερες πιθανότητες να αποδώσει στο μέγιστο. Η ουσιαστική εικόνα
αποδοτικότητας αποτυπώνεται στον εποχιακό δείκτη SCOP, δηλαδή στη συνολική
απόδοση μιας ολόκληρης περιόδου θέρμανσης, όχι σε μία εργαστηριακή στιγμή.
Το πιο κρίσιμο τεχνικό σημείο είναι η θερμοκρασία προσαγωγής που ζητούν τα
σώματά σας. Όσο χαμηλότερες θερμοκρασίες νερού χρειάζεστε για να νιώθετε άνετα,
τόσο πιο ήρεμα λειτουργεί το σύστημα και τόσο καλύτερα κεφαλαιοποιείται η
απόδοση. Αν σήμερα ζεσταίνεστε μόνο με υψηλές θερμοκρασίες στα σώματα, ίσως
χρειαστεί ενίσχυση σωμάτων ή βελτίωση υδραυλικής ισορροπίας, ώστε να μειωθούν
οι απαιτήσεις προσαγωγής. Και αν σας απασχολεί το «δουλεύει στο κρύο», οι
συζητήσεις των τελευταίων ετών καταλήγουν πως οι σύγχρονες αντλίες θερμότητας
συνεχίζουν να θερμαίνουν και σε παγωνιά, απλώς με χαμηλότερη απόδοση, άρα με
μεγαλύτερη σημασία στη σωστή διάσταση και στις ρυθμίσεις.
Από την άλλη πλευρά, ένας λέβητας συμπύκνωσης είναι συχνά η πιο γνώριμη,
γρήγορη μετάβαση, ειδικά όταν υπάρχει ήδη υποδομή καυσίμου και εσείς θέλετε
άμεση απόκριση, μαζί με ζεστό νερό χρήσης, χωρίς μεγάλες επεμβάσεις. Υπάρχει
όμως μια λεπτομέρεια που μπερδεύει: οι αποδόσεις που φαίνονται πάνω από 100%
δεν είναι «μαγεία», αλλά τρόπος υπολογισμού με βάση την κατώτερη θερμογόνο δύναμη,
επειδή ο λέβητας ανακτά θερμότητα από τη συμπύκνωση των υδρατμών στα καυσαέρια.
Για να «πιάσετε» αυτό το όφελος στην πράξη, χρειάζεστε χαμηλότερη θερμοκρασία
επιστροφής, σωστή αντιστάθμιση και υδραυλικό σετάρισμα, ώστε να λειτουργεί
συχνά σε συμπύκνωση και όχι μόνιμα σε υπερβολικά υψηλή προσαγωγή.
Υπάρχει και η οπτική της σύγκρισης μοντέλων. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι συσκευές
θέρμανσης συνοδεύονται από ενεργειακή ετικέτα με κλάσεις απόδοσης, ώστε να
συγκρίνετε πιο καθαρά προϊόντα για παρόμοια εφαρμογή. Είναι ένα χρήσιμο φίλτρο,
αλλά δεν αντικαθιστά τη μελέτη, γιατί η ίδια συσκευή μπορεί να «γράψει»
διαφορετικά σε ένα καλά μονωμένο σπίτι, σε σχέση με ένα σπίτι που χάνει
θερμότητα από παντού.
Στο κόστος, σκεφτείτε δύο καμπύλες: το αρχικό και το ετήσιο. Η αντλία
θερμότητας συνήθως ζητά μεγαλύτερη αρχική επένδυση και, σε ορισμένες
περιπτώσεις, ενίσχυση ηλεκτρικής παροχής, αλλά μπορεί να σας προσφέρει και
ψύξη, άρα να λειτουργεί ως σύστημα άνεσης όλο τον χρόνο. Ο λέβητας συνήθως
ξεκινά πιο προσιτά, όμως το ετήσιο κόστος ακολουθεί την τιμή καυσίμου και,
κυρίως, την ποιότητα ρύθμισης. Το πιο ακριβό λάθος είναι η λάθος διάσταση,
γιατί ένα υπερδιαστασιολογημένο σύστημα κάνει συχνές εκκινήσεις, χάνει απόδοση,
αυξάνει τον θόρυβο και φθείρει εξαρτήματα πιο γρήγορα, ενώ ένα
υποδιαστασιολογημένο σας αφήνει να κυνηγάτε τη θερμοκρασία.
Για να κλείσετε την απόφαση με σιγουριά, ζητήστε υπολογισμό θερμικών απωλειών,
μια πρόβλεψη ετήσιας κατανάλωσης, με βάση τα δικά σας ωράρια και το επίπεδο
άνεσης που προτιμάτε, και γραπτή περιγραφή της παράδοσης, ρυθμίσεις,
αντιστάθμιση, δοκιμές, οδηγίες χρήσης και πρόγραμμα συντήρησης. Τότε οι αντλίες
θερμότητας παύουν να είναι «μόδα» και γίνονται εργαλείο άνεσης, και οι λέβητες
παύουν να είναι «συνήθεια» και γίνονται συνειδητή επιλογή.



